Η μαρτυρική Λωρίδα της Γάζας

Η Λωρίδα της Γάζας αποτελεί μια παράλια χερσαία λωρίδα στο νοτιοανατολικό άκρο της Μεσογείου, μεταξύ της Αιγύπτου και του Ισραήλ που δημιουργήθηκε το 1948, με βάση τη γραμμή εκεχειρίας του Πρώτου Αραβοϊσραηλινού πολέμου. Πρόκειται για μια χερσαία λωρίδα που εκτείνεται βόρεια των ανατολικών συνόρων της Αιγύπτου μήκους 41 χιλιομέτρων και πλάτους μεταξύ 6 και 12 χιλιομέτρων, με συνολική έκταση 360 km2 στην οποία και κατοικούν 1,5 εκατομμύριο Παλαιστίνιοι (1.500.202 σύμφωνα με εκτιμήσεις για το 2008). Η Λωρίδα πήρε το όνομά της από την κυριότερη πόλη της περιοχής, τη Γάζα. Άλλες σημαντικές πόλεις είναι η Ράφα και η Χαν Γιουνίς.
Σημειώνεται ότι τη Διοίκηση της Λωρίδας αυτής μέχρι το 1967 ασκούσε η Αίγυπτος. Μετά όμως τον πόλεμο των έξι ημερών πέρασε στη κατοχή και τον έλεγχο του Ισραήλ. Επί Πρωθυπουργίας του Ισραήλ Αριέλ Σαρόν το 2005 αποσύρθηκαν από τη περιοχή ο ισραηλινός στρατός παίρνοντας όμως μαζί του και εκατοντάδες Εβραίους εποίκους που είχαν εν τω μεταξύ προλάβει και μετοικήσει εκεί. Παρά όμως την απαγκίστρωση και αποχώρηση αυτή των ισραηλινών, το Ισραήλ δεν έπαψε να ελέγχει όλα τα σύνορα της Λωρίδας περιμετρικά (από ξηρά, θάλασσα και αέρα), πλην του Νότου που μετά από επίμονες διεθνείς πιέσεις παραχώρησε τελικά στην Αίγυπτο. Ωστόσο, παρά τις πολλές και επανειλημμένες συνομιλίες και διεθνείς διμερείς «συναντήσεις κορυφής» δεν έχει αναγνωριστεί μέχρι σήμερα ως ανεξάρτητο κράτος που διεκδικείται από την Εθνική Παλαιστινιακή Αρχή ως μέρος του Κράτους της Παλαιστίνης, που χρονοτριβεί 60 χρόνια, από το 1948, με έκδηλη την αδυναμία του ΟΗΕ και άλλων Διεθνών Οργανισμών για την οριστική επίλυση του ζητήματος, με συνέπεια να πιθανολογούνται άλλες σκοπιμότητες.
Τον Ιανουάριο του 2006, στις κοινοβουλευτικές εκλογές που διενεργήθηκαν στα Παλαιστινιακά εδάφη οι Ισλαμιστές της Χαμάς επικράτησαν πανηγυρικά και ενάμισι χρόνο μετά, τον Ιούνιο του 2007 συγκρούστηκαν στη Λωρίδα της Γάζας με την Φατάχ του προέδρου Μαχμούτ Αμπάς όπου και απέκτησαν τον πλήρη έλεγχο της περιοχής η οποία και κυβερνάται μετά από τις συγκρούσεις εκείνες ντε φάκτο από την Χαμάς. Συνέπεια του γεγονότος αυτού ήταν το Ισραήλ να επιβάλλει σκληρό αποκλεισμό ιδιαίτερα στη περιοχή της Γάζας προκειμένου ν' ασκήσει πίεση στη Χαμάς που δεν έπαψε ν΄ αναζητεί την αναγνώριση της ανεξαρτησίας των εδαφών. Εκ του αποκλεισμού αυτού ακολούθησε εκ μέρους της Χαμάς σειρά εκτοξεύσεων ρουκετών προς το έδαφος του Ισραήλ. Έτσι ο Παλαιστινιακός πληθυσμός έγινε μάρτυρας μιας ακόμη δραματικής επιδείνωσης των συνθηκών ζωής. Τον Ιούνιο του 2008 και συγκεκριμένα στις 19 Ιουνίου και έπειτα από πολύνεκρες συγκρούσεις, τέθηκε σε ισχύ η συμφωνία για εκεχειρία ανάμεσα στο Ισραήλ και στη Χαμάς. η οποία έληγε στις 19 Δεκεμβρίου του 2008, με τερματισμό του 18άμηνου αποκλεισμού του Ισραήλ.
Αντ΄ αυτού όμως και παρατεινόμενου του αποκλεισμού ξέσπασαν νέες εχθροπραξίες με εξαπόλυση ρουκετών τύπου Κασάμ εκ μέρους της Χαμάς κατά πόλεων του Ισραήλ, και το Ισραήλ σε βομβαρδισμό της Λωρίδας της Γάζας, με πλήθος αεροπορικών επιδρομών, είσοδο στρατευμάτων και αρμάτων μάχης στη Λωρίδα και ναυτικό αποκλεισμό κάνοντας χρήση και παράνομων βομβών (λευκού φωσφόρου), πλήττοντας μέχρι και σχολεία και νοσοκομεία του ΟΗΕ, παρεμποδίζοντας και κάθε ανθρωπιστική βοήθεια. Παρά τις έντονες διαμαρτυρίες και τη διεθνή καταδίκη των Ισραηλινών επιχειρήσεων οι επιχειρήσεις συνεχίστηκαν, ενώ οι διπλωματικές πρωτοβουλίες 15 ημερών μέχρι σήμερα ουδέν έχουν πετύχει. Ο αποκλεισμός της Λωρίδας της Γάζας συνεχίζεται.
Η Λωρίδα της Γάζας δημιουργήθηκε το 1949 ως αποτέλεσμα του αραβοϊσραηλινού πολέμου του 1948 και απέκτησε τα σημερινά της σύνορα με τις Συμφωνίες Ανακωχής του 1949, αν και η περιοχή είχε μια μακριά ιστορία κυριαρχίας από διάφορες περιφερειακές δυνάμεις που αναγόταν σε αρκετές χιλιετίες.
Στις 22 Σεπτεμβρίου 1948, προς το τέλος του αραβοϊσραηλινού πολέμου του 1948, ανακηρύχθηκε από τον Αραβικό Σύνδεσμο στην πόλη της Γάζας η Παν-παλαιστινιακή Κυβέρνηση. Θεωρήθηκε εν μέρει ως μια απόπειρα του Αραβικού Συνδέσμου να περιορίσει την επιρροή της Υπεριορδανίας στην Παλαιστίνη. Δεν αναγνωρίστηκε από την Υπεριορδανία ή από καμιά μη αραβική χώρα.
Μετά την κατάπαυση των εχθροπραξιών, η Συμφωνία Ανακωχής Ισραήλ-Αιγύπτου, στις 24 Φεβρουαρίου 1949, χάραξε τη διαχωριστική γραμμή μεταξύ αιγυπτιακών και ισραηλινών δυνάμεων και χάραξε επίσης αυτό που έγινε η σημερινή μεθόριος μεταξύ της Λωρίδας της Γάζας και του Ισραήλ. Και οι δύο πλευρές διακήρυξαν ότι το όριο αυτό δεν επρόκειτο να είναι μια διεθνής μεθόριος. Η νότια μεθόριος με την Αίγυπτο εξακολούθησε να είναι η διεθνής μεθόριος που είχε χαραχτεί το 1906 μεταξύ της Οθωμανικής και της Βρετανικής Αυτοκρατορίας.
Η Παν-παλαιστινιακή Κυβέρνηση εξακολουθούσε ονομαστικά να υπάρχει κάτω από τον αιγυπτιακό έλεγχο. Ο πληθυσμός της Λωρίδας είχε αυξηθεί σημαντικά από μια μεγάλη εισροή Παλαιστίνιων προσφύγων που έφυγαν από το Ισραήλ πριν και κατά τη διάρκεια των μαχών. Οι Παλαιστίνιοι που ζούσαν στη Λωρίδα της Γάζας ή στην Αίγυπτο εφοδιάστηκαν με παν-παλαιστινιακά διαβατήρια Στους Άραβες πρόσφυγες ποτέ δεν χορηγήθηκε η αιγυπτιακή υπηκοότητα. Από το τέλος του 1949, η κατάσταση των προσφύγων βελτιώθηκε από την UNRWA (Υπηρεσία του ΟΗΕ για την αρωγή και απασχόληση των Παλαιστίνιων προσφύγων). Η Κυβέρνηση κατηγορήθηκε ότι δεν ήταν τίποτα περισσότερο από ένα προσωπείο του αιγυπτιακού ελέγχου, με αμελητέα ανεξάρτητα χρηματικά μέσα ή επιρροή. Αργότερα, μεταφέρθηκε στο Κάιρο και διαλύθηκε το 1959, με διάταγμα του προέδρου της Αιγύπτου Γκαμάλ Αμπντέλ Νάσερ.
Η Αίγυπτος εξακολούθησε να κατέχει τη Λωρίδα της Γάζας μέχρι το 1967, εκτός από τους 4 μήνες ισραηλινής κατοχής κατά την Κρίση του Σουέζ, το 1956. Η Αίγυπτος δεν προσάρτησε τη Λωρίδα της Γάζας, αντίθετα τη θεώρησε ως ελεγχόμενο έδαφος και τη διοίκησε μέσω ενός στρατιωτικού κυβερνήτη.
Κατά τη διάρκεια της Εκστρατείας του Σινά, το Νοέμβριο του 1956, η Λωρίδα της Γάζας και η Χερσόνησος του Σινά καταλήφθηκαν από ισραηλινά στρατεύματα. Η διεθνής πίεση οδήγησε το Ισραήλ να αποσυρθεί.
Το Ισραήλ πήρε ξανά τον έλεγχο της Λωρίδας της Γάζας αρχίζοντας από τον Ιούνη του 1967, μετά τον Πόλεμο των Έξι Ημερών. Στην περίοδο του ισραηλινού ελέγχου, το Ισραήλ δημιούργησε έναν οικισμό εποίκων, το Γκους Κατίφ, στη νοτιοδυτική γωνία της Λωρίδας κοντά στη Ράφα και την αιγυπτιακή μεθόριο. Συνολικά, το Ισραήλ δημιούργησε 21 οικισμούς στη Λωρίδα της Γάζας, που περιλάμβαναν το 20% του συνολικού εδάφους. Εκτός από λόγους ιδεολογίας, αυτοί οι οικισμοί υπηρετούσαν επίσης τη φροντίδα του Ισραήλ για την ασφάλειά του.
Το Μάρτη του 1979, το Ισραήλ και η Αίγυπτος υπόγραψαν την ισραηλινο-αιγυπτιακή Συνθήκη Ειρήνης. Μεταξύ άλλων, η συνθήκη προέβλεπε ότι το Ισραήλ θα απέσυρε τις ένοπλες δυνάμεις του και τους πολίτες του από τη Χερσόνησο του Σινά, που είχε καταλάβει στη διάρκεια του Πολέμου των Έξι Ημερών και θα περιοριζόταν στη διεθνή μεθόριο του 1906. Το τελικό καθεστώς της Λωρίδας της Γάζας και οι άλλες σχέσεις μεταξύ Ισραήλ και Παλαιστινίων δεν αντιμετωπίζονταν στη συνθήκη. Η Αίγυπτος παραιτήθηκε από κάθε εδαφική διεκδίκηση για την περιοχή που βρισκόταν βόρεια της διεθνούς μεθορίου.
Η Λωρίδα της Γάζας παρέμεινε κάτω από ισραηλινή στρατιωτική διοίκηση μέχρι το 1994. Κατά την περίοδο αυτή, ο στρατός είχε την ευθύνη για τη συντήρηση των αστικών εγκαταστάσεων και των υπηρεσιών. Το Μάιο του 1994, μετά τις παλαιστινιακο-ισραηλινές συμφωνίες γνωστές ως Συμφωνίες του Όσλο, έλαβε χώρα μια σταδιακή μεταβίβαση της κρατικής εξουσίας στους Παλαιστίνιους. Μεγάλο μέρος της Λωρίδας (εκτός από τους οικισμούς εποίκων και στρατιωτικών περιοχών) πέρασε κάτω από παλαιστινιακό έλεγχο. Οι ισραηλινές δυνάμεις εγκατέλειψαν την πόλη της Γάζας και άλλες αστικές περιοχές, αφήνοντας στη νέα Παλαιστινιακή Αρχή τη διοίκηση και την αστυνόμευση αυτών των περιοχών. Η Παλαιστινιακή Αρχή, με επικεφαλής το Γιασέρ Αραφάτ, επέλεξε την πόλη της Γάζας ως πρώτη επαρχιακή έδρα της. Το Σεπτέμβριο του 1995, το Ισραήλ και η ΟΑΠ υπόγραψαν μια δεύτερη συμφωνία ειρήνης, που επέκτεινε την Παλαιστινιακή Αρχή στις περισσότερες πόλεις της Δυτικής Όχθης. Η συμφωνία εγκαθίδρυε επίσης ένα εκλεγόμενο 88μελές Παλαιστινιακό Εθνικό Συμβούλιο, το οποίο πραγματοποίησε την εναρκτήρια συνεδρίασή του στη Γάζα το Μάρτη του 1996.
Η διακυβέρνηση της Λωρίδας της Γάζας και της Δυτικής Όχθης από την Παλαιστινιακή Αρχή υπέφερε από σοβαρή κακοδιαχείριση και σκάνδαλα διαφθοράς. Για παράδειγμα, για να επιτραπεί η διακίνηση εμπορευμάτων από και προς τη Λωρίδα της Γάζας απαιτούνταν υπέρογκες μίζες, ενώ οι επικεφαλής του μηχανισμού της Υπηρεσίας Προληπτικής Ασφάλειας επωφελούνταν από την εμπλοκή τους στην εισαγωγή χαλικιού και εταιριών τσιμέντου και κατασκευών, όπως η Μεγάλη Αραβική Εταιρία Επενδύσεων και Ανάπτυξης, η Εταιρία Αλ-Μουταβάσετ και το πρόγραμμα κατασκευών αλ-Σέικ Ζαγίντ.
Η Δεύτερη Ιντιφάντα ξέσπασε το Σεπτέμβριο του 2000, με κύμα διαμαρτυριών, αστικές ταραχές, και βομβιστικές ενέργειες ενάντια σε στρατιωτικούς και πολίτες του Ισραήλ, πολλές από τις οποίες διαπράχθηκαν από βομβιστές αυτοκτονίας καθώς και με την αρχή εκτόξευσης ρουκετών και βομβών στις μεθοριακές ισραηλινές περιοχές από αντάρτες Παλαιστίνιους από τη Λωρίδα της Γάζας, ιδιαίτερα από τα κινήματα της Χαμάς και της Ισλαμικής Τζιχάντ. Το Φεβρουάριο του 2005, η ισραηλινή κυβέρνηση ψήφισε την εφαρμογή ενός προγράμματος μονομερούς απεμπλοκής από τη Λωρίδα της Γάζας. Το πρόγραμμα άρχισε να εφαρμόζεται στις 15 Αυγούστου του 2005 και ολοκληρώθηκε στις 12 Σεπτεμβρίου του 2005. Σύμφωνα με το πρόγραμμα, όλοι οι ισραηλινοί οικισμοί της Λωρίδας της Γάζας (και τέσσερις στη Δυτική Όχθη) και η συνεχόμενη ισραηλινο-παλαιστινιακή βιομηχανική ζώνη «Ερέτζ» διαλύθηκαν, με τη μετακίνηση 9.000 ισραηλινών εποίκων (οι περισσότεροι ήταν από την οικιστική περιοχή Γκους Κατίφ, στο νοτιοδυτικό τμήμα της Λωρίδας της Γάζας) και τη διάλυση των στρατιωτικών βάσεων. Στις 12 Σεπτεμβρίου του 2005, το ισραηλινό Υπουργικό Συμβούλιο κήρυξε επίσημα το τέλος της ισραηλινής στρατιωτικής κατοχής της Λωρίδας της Γάζας. Για να αποφύγει ισχυρισμούς ότι κατείχε ακόμα οποιοδήποτε μέρος της Λωρίδας της Γάζας, το Ισραήλ αποχώρησε επίσης και από την Εθνική Οδό Φιλάντελφι, που είναι μια στενή λωρίδα συνεχόμενη της μεθορίου Λωρίδας της Γάζας-Αιγύπτου, μετά τη συμφωνία της Αιγύπτου να εξασφαλίσει αυτή την πλευρά της μεθορίου. Σύμφωνα με τις Συμφωνίες του Όσλο η Εθνική Οδός Φιλάντελφι επρόκειτο να παραμείνει κάτω από ισραηλινό έλεγχο για να αποτραπεί η λαθραία διακίνηση υλικών (όπως πυρομαχικών) και ανθρώπων δια μέσου της μεθορίου με την Αίγυπτο. Με την Αίγυπτο να συμφωνεί να φρουρεί τη δική της πλευρά της μεθορίου, υπήρχαν ελπίδες να επιτευχθεί ο αντικειμενικός στόχος. Εντούτοις, το Ισραήλ διατήρησε τον έλεγχο της διέλευσης από και προς τη Γάζα. Η διάβαση της Ράφα μεταξύ Αιγύπτου και Γάζας εποπτευόταν από τον ισραηλινό στρατό μέσω ειδικών καμερών παρακολούθησης. Επίσημα έγγραφα όπως διαβατήρια, ταυτότητες, κάρτες, έγγραφα εξαγωγών και εισαγωγών και πολλά άλλα έπρεπε να έχουν επικυρωθεί από τον ισραηλινό στρατό.
Οι ισραηλινές ένοπλες δυνάμεις εγκατέλειψαν τη Λωρίδα της Γάζας την 1η Σεπτεμβρίου του 2005 ως μέρος του προγράμματος μονομερούς απεμπλοκής του Ισραήλ και όλοι οι ισραηλινοί πολίτες εκδιώχθηκαν από την περιοχή. Μια «Συμφωνία Μετακίνησης και Πρόσβασης» επιτεύχθηκε μεταξύ του Ισραήλ και της Παλαιστινιακής Αρχής με τη μεσολάβηση της Κοντολίζα Ράις το Νοέμβριο του 2005, για να βελτιωθεί η ελευθερία των Παλαιστινίων για μετακίνηση και οικονομική δραστηριότητα στη Λωρίδα της Γάζας. Σύμφωνα με τις διατάξεις της Συμφωνίας, η διάβαση της Ράφα έπρεπε να ανοίξει ξανά με τη διέλευση να παρακολουθείται από την Εθνική Παλαιστινιακή Αρχή και την Ευρωπαϊκή Ένωση. Μόνο όσοι είχαν παλαιστινιακή ταυτότητα, ή αλλοεθνείς, κατά εξαίρεση, ορισμένων κατηγοριών, υπό την εποπτεία του Ισραήλ, επιτρεπόταν να διασχίσουν τη διάβαση και προς τις δύο κατευθύνσεις. Όλα τα εμπορεύματα, τα οχήματα και τα φορτηγά από και προς την Αίγυπτο έπρεπε να περάσουν από την ισραηλινή διάβαση του Κερέμ Σαλόμ, κάτω από πλήρη ισραηλινή εποπτεία. Εμπορεύματα επιτρεπόταν επίσης να περάσουν από τη διάβαση Κάρνι, στο βορρά.
Μεταξύ 1994-1996, το Ισραήλ έχτισε το τείχος Ισραήλ-Γάζας. Το τείχος διαχωρισμού κατασκευάστηκε στην αρχή για να βελτιωθεί η ασφάλεια του Ισραήλ. Κατεδαφίστηκε σε μεγάλη κλίμακα από τους Παλαιστίνιους στην αρχή της Αλ-Ακσά Ιντιφάντα το Σεπτέμβριο του 2000. Μεταξύ Δεκεμβρίου 2000 και Ιουνίου 2001, το τείχος μεταξύ της Λωρίδας της Γάζας και του Ισραήλ ανακατασκευάστηκε. Από το 2004 είχε κατασκευαστεί ένα τείχος στη μεθόριο Λωρίδας της Γάζας και Αιγύπτου. Στο τείχος υπάρχουν τρία κύρια σημεία διάβασης : η βόρεια διάβαση Έρετζ στο Ισραήλ, η νότια διάβαση Ράφα στην Αίγυπτο και η ανατολική διάβαση Κάρνι, που χρησιμοποιείται μόνο για φορτία. Το Ισραήλ ελέγχει τα βόρεια σύνορα της Λωρίδας της Γάζας καθώς και τα χωρικά ύδατα και τον εναέριο χώρο της. Η Αίγυπτος ελέγχει τα νότια σύνορα της Λωρίδας της Γάζας, βάσει συμφωνίας μεταξύ Αιγύπτου και Ισραήλ.
Κατά το Διεθνές Δίκαιο υπάρχουν ορισμένοι νόμοι του πολέμου, οι οποίοι διέπουν τη στρατιωτική κατοχή, και περιλαμβάνουν τις Συνθήκες της Κοπεγχάγης του 1899 και του 1907 καθώς και την Τέταρτη Συνθήκη της Γενεύης.Τα Ηνωμένα Έθνη, το Παρατηρητήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και πολλοί άλλοι διεθνείς οργανισμοί και ΜΚΟ θεωρούν το Ισραήλ ως δύναμη κατοχής της Λωρίδας της Γάζας καθώς το Ισραήλ ελέγχει τον εναέριο χώρο της Γάζας και τα χωρικά της ύδατα και δεν επιτρέπει τη διακίνηση εμπορευμάτων προς και από τη Γάζα από αέρα ή θάλασσα. Το Ισραήλ δηλώνει ότι η Γάζα δεν είναι πλέον κατεχόμενη, εφόσον το Ισραήλ δεν ασκεί αποτελεσματικό έλεγχο ή κυριαρχία πάνω σε κανένα τμήμα εδάφους ή σε θεσμούς της Λωρίδας της Γάζας. Ο Υπουργός Εξωτερικών του Ισραήλ Τζίπι Λίβνι δήλωσε τον Ιανουάριο του 2008 : «Το Ισραήλ αποχώρησε από τη Γάζα. Διέλυσε τους οικισμούς που είχε εκεί. Μετά την απεμπλοκή, κανένας ισραηλινός στρατιώτης δεν έμεινε στη Γάζα».
Αμέσως μετά την αποχώρηση του Ισραήλ το 2005, ο πρόεδρος της Παλαιστινιακής Αρχής Μαχμούντ Αμπάς δήλωσε: «το νομικό καθεστώς των περιοχών που ορίστηκαν για εκκένωση δεν έχει αλλάξει». Λίγο αργότερα, ο Αμερικανός Παλαιστίνιος δικηγόρος Γκρέγκορι Χαλίλ είπε : «Το Ισραήλ ελέγχει ακόμα κάθε άνθρωπο, κάθε εμπόρευμα, στην κυριολεξία, κάθε σταγόνα νερού που μπαίνει ή βγαίνει από τη Λωρίδα της Γάζας. Μπορεί τα στρατεύματά του να έχουν φύγει… αλλά, ακόμα περιορίζει την άσκηση του ελέγχου από την Παλαιστινιακή Αρχή». Το Παρατηρητήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, επίσης, αμφισβήτησε ότι η κατοχή τερματίστηκε με την αποχώρηση.
Το Γραφείο Συντονισμού Ανθρωπιστικών Υποθέσεων του ΟΗΕ διατηρεί ένα γραφείο «Κατεχόμενων Παλαιστινιακών Εδαφών», που ασχολείται με τη Λωρίδα της Γάζας. Μια γνώμη του Διεθνούς Δικαστηρίου τον Ιούλιο του 2004 θεωρούσε τη Γάζα ως τμήμα των κατεχόμενων εδαφών. Στη δήλωσή του για τη σύγκρουση του 2008-2009 μεταξύ Ισραήλ και Γάζας, ο Ρίτσαρντ Φολκ, ειδικός ανταποκριτής του ΟΗΕ «για την κατάσταση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στα παλαιστινιακά εδάφη» έγραψε ότι το διεθνές ανθρωπιστικό δίκαιο έχει εφαρμογή στο Ισραήλ «όσον αφορά τις υποχρεώσεις των δυνάμεων κατοχής και των απαιτήσεων των νόμων του πολέμου». Σε μια συνέντευξή του στο «Δημοκρατία Τώρα», ο Κρίστοφερ Γκάνες, εκπρόσωπος της Υπηρεσίας του ΟΗΕ Αρωγής και Απασχόλησης των προσφύγων της Παλαιστίνης στην Εγγύς Ανατολή (UNRWA) διαφωνεί στο ότι το Ισραήλ είναι δύναμη κατοχής. Όμως, ο Μέγκαν Μπούρεν, Ανώτερος Σύμβουλος της μιντιακής ομάδας Ισραηλινό Πρόγραμμα, αμφισβητεί αυτόν τον ισχυρισμό.
Βάσει των Συμφωνιών του Όσλο, η Παλαιστινιακή Αρχή ανέλαβε τη διοίκηση της Λωρίδας της Γάζας (εκτός από τα οικιστικά τετράγωνα και τις στρατιωτικές περιοχές) το 1994. Μετά την ολοκληρωτική αποχώρηση των ισραηλινών εποίκων και στρατιωτικών από τη Λωρίδα της Γάζας στις 12 Σεπτεμβρίου του 2005, η Παλαιστινιακή Αρχή ανέλαβε την πλήρη διοικητική εξουσία στη Λωρίδας της Γάζας. Από την αποχώρηση του Ισραήλ, η μεθοριακή διάβαση Ράφα εποπτεύεται από την Αποστολή Μεθοριακής Βοήθειας Ράφα του ΟΗΕ, βάσει μιας Συμφωνίας που οριστικοποιήθηκε το Νοέμβριο του 2005.
Στις εκλογές για το Παλαιστινιακό Κοινοβούλιο που έγιναν στις 25 Ιανουαρίου του 2005, η Χαμάς πήρε την πλειοψηφία με 42,9% του συνόλου των ψήφων και 74 έδρες από τις 132 (56%). Όταν η Χαμάς ανέλαβε την εξουσία τον επόμενο μήνα, η ισραηλινή κυβέρνηση και οι κυριότεροι παράγοντες της διεθνούς κοινότητας, οι ΗΠΑ και η ΕΕ αρνήθηκαν να αναγνωρίσουν το δικαίωμά της να ελέγξει την Παλαιστινιακή Αρχή. Η άμεση βοήθεια προς την παλαιστινιακή κυβέρνηση σταμάτησε, αν και μερικά από τα χρήματα προωθήθηκαν σε ανθρωπιστικές οργανώσεις που δε συνδέονταν με την κυβέρνηση. Η προκύψασα πολιτική ανωμαλία και οικονομική τελμάτωση οδήγησαν πολλούς Παλαιστίνιους να μεταναστεύσουν από τη Λωρίδα της Γάζας.
Τον Ιανουάριο του 2007, ξέσπασε πόλεμος ανάμεσα στη Χαμάς και στη Φατάχ. Οι πιο φονικές συγκρούσεις έγιναν στο βορρά της Λωρίδας της Γάζας, όπου ο στρατηγός Μουχάμεντ Γκαρίμπ, ένας ηλικιωμένος διοικητής της κυριαρχούμενης από τη Φατάχ Δύναμης Προληπτικής Ασφάλειας, σκοτώθηκε από ρουκέτα που έπληξε το σπίτι του. Οι δύο κόρες του Γκαρίμπ και δύο σωματοφύλακές του σκοτώθηκαν επίσης από την επίθεση, που πραγματοποιήθηκε από ένοπλους της Χαμάς.
Στο τέλος του Γενάρη του 2007, άρχισαν διαπραγματεύσεις για ανακωχή μεταξύ Φατάχ και Χαμάς.Εντούτοις, μετά από λίγες ημέρες, ξέσπασαν νέες συγκρούσεις. Οι μαχητές της Φατάχ άνοιξαν καταιγιστικό πυρ ενάντια σε ένα Πανεπιστήμιο της Λωρίδας της Γάζας, που συνδεόταν με τη Χαμάς. Αξιωματικοί της προεδρικής φρουράς του Αμπάς χτύπησαν ένοπλους χαμασίτες που φύλαγαν το ελεγχόμενο από τη Χαμάς Υπουργείο Εσωτερικών.
Το Μάη του 2007, ξέσπασαν νέες εχθροπραξίες μεταξύ των δύο φραξιών. Ο Υπουργός Εσωτερικών Χάνι Καβάσμι, που εθεωρείτο ως ένας μετριοπαθής δημόσιος λειτουργός, αποδεκτός και από τις δύο φράξιες, παραιτήθηκε εξαιτίας της, κατά τα λεγόμενά του, «επιζήμιας συμπεριφοράς και των δύο πλευρών» .
Οι συγκρούσεις εξαπλώθηκαν στη Λωρίδα της Γάζας. Και οι δύο φράξιες πραγματοποίησαν επιθέσεις σε οχήματα και κυβερνητικά κτίρια της άλλης φράξιας. Σε απάντηση των συνεχών επιθέσεων με ρουκέτες από τη Λωρίδα της Γάζας, το Ισραήλ πραγματοποίησε μια αεροπορική επιδρομή που κατέστρεψε ένα κτίριο που χρησιμοποιούσε η Χαμάς. Η αυξανόμενη βία δημιούργησε φόβους ότι μπορούσε να φέρει το τέλος της κυβέρνησης συνασπισμού Φατάχ-Χαμάς και πιθανώς και της Παλαιστινιακής Αρχής.
Ο εκπρόσωπος της Χαμάς, Μουσά Αμπού Μαρζούκ έριξε στο Ισραήλ το φταίξιμο για την επιδείνωση της κατάστασης στη Λωρίδα, δηλώνοντας ότι η συνεχής πίεση των οικονομικών κυρώσεων πάνω στη Γάζα είχε ως αποτέλεσμα μια «πραγματική έκρηξη» . Εκφράσεις ενδιαφέροντος έφτασαν από πολλούς Άραβες ηγέτες, που πολλοί προσφέρθηκαν να βοηθήσουν μέσω διπλωματικών ενεργειών ανάμεσα στις δύο φράξιες.
Από το 2006-2007, πάνω από 600 Παλαιστίνιοι σκοτώθηκαν σε φραξιονιστικές συγκρούσεις μεταξύ Χαμάς και Φατάχ. Ως επακόλουθο του Πολέμου της Γάζας, μια σειρά βίαιων πράξεων επέφερε το θάνατο 54 Παλαιστίνιων, ενώ εκατοντάδες δήλωσαν ότι είχαν βασανιστεί. Το 2007, 349 Παλαιστίνιοι σκοτώθηκαν στις συγκρούσεις των φραξιών. Μόνο τον Ιούνιο αλληλοσκοτώθηκαν 160 Παλαιστίνιοι.
Μετά τη νίκη της Χαμάς, το 2006, στις εκλογές για το παλαιστινιακό νομοθετικό σώμα, η Χαμάς και η Φατάχ σχημάτισαν μια κυβέρνηση εθνικής ενότητας της Παλαιστινιακής Αρχής, με επικεφαλής τον Ισμαήλ Χανίγια. Λίγο αργότερα, η Χαμάς κατά τη διάρκεια του Πολέμου της Γάζας, πήρε τον έλεγχο, καταλαμβάνοντας κυβερνητικά κτίρια και αντικαθιστώντας αξιωματούχους της Φατάχ και άλλους κυβερνητικούς αξιωματούχους με δικούς της. Μέχρι της 14 Ιουνίου, η Χαμάς έλεγχε πλήρως τη Λωρίδα της Γάζας. Ο Παλαιστίνιος Πρόεδρος Μαχμούντ Αμπάς απάντησε κηρύσσοντας κατάσταση έκτακτης ανάγκης, διαλύοντας την κυβέρνηση εθνικής ενότητας και σχηματίζοντας μια νέα κυβέρνηση χωρίς τη συμμετοχή της Χαμάς. Οι δυνάμεις ασφαλείας της Παλαιστινιακής Αρχής στη Δυτική Όχθη συνέλαβαν έναν αριθμό μελών της Χαμάς.
Η κυβέρνηση του Αμπάς έλαβε εκτεταμένη διεθνή υποστήριξη. Στο τέλος του Ιούνη του 2008, η Αίγυπτος, η Ιορδανία και η Σαουδική Αραβία είπαν πως το Υπουργικό Συμβούλιο που είχε σχηματίσει ο Αμπάς στη Δυτική Όχθη ήταν η μόνη νόμιμη παλαιστινιακή κυβέρνηση και η Αίγυπτος μετέφερε την πρεσβεία της από τη Γάζα στη Δυτική Όχθη. Η κυβέρνηση της Χαμάς στη Λωρίδα της Γάζας αντιμετωπίζει διεθνή διπλωματική και οικονομική απομόνωση.
Η Σαουδική Αραβία και η Αίγυπτος υποστήριξαν τη συμφιλίωση και το σχηματισμό μιας νέας κυβέρνησης εθνικής ενότητας και πίεσαν τον Αμπάς να αρχίσει σοβαρές συνομιλίες με τη Χαμάς. Ο Αμπάς έβαζε πάντα τον όρο να επιστρέψει η Χαμάς τον έλεγχο της Λωρίδας της Γάζας στην Παλαιστινιακή Αρχή. Η Χαμάς προσκλήθηκε και επισκέφτηκε μια σειρά χωρών, μεταξύ των οποίων τη Ρωσία. Μέσα στις χώρες της ΕΕ, κόμματα και πολιτικοί της αντιπολίτευσης κάλεσαν να γίνει διάλογος με τη Χαμάς και να δοθεί ένα τέλος στις οικονομικές κυρώσεις. Μετά την κατάληψη της αρχής, το Ισραήλ και η Αίγυπτος έκλεισαν τη μεθοριακή τους διάβαση Ράφα με τη Γάζα. Παλαιστινιακές πηγές ανάφεραν ότι οι επόπτες της Ευρωπαϊκής Ένωσης έφυγαν από τη μεθοριακή διάβαση της Ράφα, φοβούμενοι μήπως απαχθούν ή τραυματιστούν. Άραβες Υπουργοί Εξωτερικών και Παλαιστίνιοι αξιωματούχοι συνέπηξαν ένα ενιαίο μέτωπο ενάντια στον έλεγχο της μεθορίου από τη Χαμάς.
Εν τω μεταξύ, ισραηλινές και αιγυπτιακές αναφορές ασφάλειας ισχυρίζονται ότι η Χαμάς εξακολουθεί να εισάγει λαθραία μεγάλες ποσότητες εκρηκτικών και όπλων από την Αίγυπτο μέσα από σήραγγες. Οι αιγυπτιακές δυνάμεις ασφάλειας ανακάλυψαν, το 2007, 60 σήραγγες.
Η Χαμάς, μετά την ήττα της του Ιούνη, άρχισε να εκτοπίζει αξιωματούχους που συνδέονταν με τη Φατάχ από θέσεις εξουσίας στη Λωρίδα (από κυβερνητικές θέσεις, υπηρεσίες ασφαλείας, πανεπιστήμια, εφημερίδες, κλπ.) προσπάθησε να ερφαρμόσει το νόμο στη Λωρίδα της Γάζας αφοπλίζοντας, βαθμιαία, περιφερειακές πολιτοφυλακές, οικογένειες, και εγκληματικές συμμορίες και παίρνοντας στον έλεγχό της τις σήραγγες τροφοδοσίας. Σύμφωνα με τη Διεθνή Αμνηστία, κάτω από την κυριαρχία της Χαμάς, εφημερίδες έκλεισαν και δημοσιογράφοι καταδιώχτηκαν Οι διαδηλώσεις της Φατάχ απαγορεύτηκαν ή καταστάλθηκαν, όπως στην περίπτωση της επετείου του θανάτου του Γιάσερ Αραφάτ, κατά τη διάρκεια της οποίας σκοτώθηκαν 7 άτομα, ως επακόλουθο του πετροπόλεμου ενάντια στις δυνάμεις ασφαλείας της Χαμάς
Καταγράφτηκαν πάνω από μία περιπτώσεις βίας ενάντια σε χριστιανούς, όλες από άγνωστες ομάδες. Ο ιδιοκτήτης ενός χριστιανικού βιβλιοπωλείου απήχθη και δολοφονήθηκε και στις 15 Φεβρουαρίου του 2008, ανατινάχθηκε η Βιβλιοθήκη της Οργάνωσης Χριστιανικής Νεολαίας (ΧΑΝ) στην πόλη της Γάζας. Η Χαμάς χρησιμοποίησε νοσοκομεία και άλλα δημόσια κτίρια σα βάση για επιθέσεις και αντίποινα, πράγμα που είχε ως αποτέλεσμα την όμοια απάντηση της Φατάχ.
Η Χαμάς και άλλες μαχητικές ομάδες της Γάζας συνέχισαν να εκτοξεύουν αυτοσχέδιες ρουκέτες Κασάμ από τη Λωρίδα της Γάζας στο Ισραήλ. Σύμφωνα με το Ισραήλ, από την ανάληψη της εξουσίας από τη Χαμάς ως το τέλος του Γενάρη του 2008, πυροδοτήθηκαν ενάντια σε πόλεις του Ισραήλ 697 ρουκέτες και 822 όλμοι. Ως απάντηση, το Ισραήλ έβαλε στο στόχαστρο τους αυτοσχέδιους εκτοξευτές των Κασάμ καθώς και στρατιωτικούς στόχους και στις 19 Σεπτέμβρη 2007 κήρυξε τη Λωρίδα της Γάζας «εχθρική οντότητα». Το Γενάρη του 2008, η ένταση κλιμακώθηκε. Το Ισραήλ περιέκοψε τις αφίξεις από τη Γάζα, την είσοδο εμπορευμάτων σ’ αυτήν και απαγόρευσε, στις 19 Γενάρη του 2008, τον εφοδιασμό με πετρέλαιο της Λωρίδας, προκαλώντας ενεργειακό έλλειμμα. Γι’ αυτές τις ενέργειες, το Ισραήλ κατηγορήθηκε ότι εφαρμόζει την αρχή της συλλογικής ευθύνης ενάντια στον πληθυσμό της Γάζας, πράγμα που το οδήγησε σε διεθνή καταδίκη. Παρά τις πολλές αναφορές από το εσωτερικό της Γάζας ότι στα τρόφιμα και σε άλλα ουσιώδη αγαθά υπήρχαν εξαιρετικά μεγάλες ελλείψεις, το Ισραήλ θεωρούσε ότι η Γάζα είχε αρκετά τρόφιμα και ενεργειακά αποθέματα για πολλές βδομάδες. Στις αρχές του Μάρτη του 2008, αεροπορικές επιδρομές και χερσαίες εισβολές στη Λωρίδα της Γάζας από τις IDF (Αμυντικές Ισραηλινές Δυνάμεις) είχαν αποτέλεσμα το θάνατο 110 Παλαιστίνιων και εκτεταμένες καταστροφές στην Τζαμπάλια. Η αιγυπτιακή μεθόριος εξακολουθεί να παραμένει κλειστή χωρίς να υπάρχει σημαντική διεθνής πίεση για να ξανανοίξει.
Στις 23 του Γενάρη 2008, μετά από μήνες προετοιμασίας κατά τη διάρκεια των οποίων η ατσάλινη ενίσχυση του μεθοριακού τείχους είχε εξασθενήσει, η Χαμάς γκρέμισε πολλά τμήματα του τείχους που χώριζε τη Γάζα από την Αίγυπτο στην πόλη Ράφα. Εκατοντάδες χιλιάδες κάτοικοι της Γάζας πέρασαν τη μεθόριο προς την Αίγυπτο αναζητώντας τροφή και προμήθειες. Λόγω της κρίσης, ο Αιγύπτιος Πρόεδρος Χόσνι Μουμπάρακ διέταξε το στρατό του να επιτρέψει στους Παλαιστίνιους να μπουν μέσα, αλλά να βεβαιωθεί ότι δε μετέφεραν όπλα πίσω από τη μεθόριο. Η Αίγυπτος συνέλαβε στο Σινά (και αργότερα άφησε ελεύθερους) πολλούς οπλισμένους μαχητές της Χαμάς, οι οποίοι πιθανώς ήθελαν να διεισδύσουν στο Ισραήλ. Τον ίδιο καιρό, το Ισραήλ ενίσχυσε την κατάσταση συναγερμού κατά μήκος της μεθορίου Ισραήλ-Αιγύπτου στο Σινά και ειδοποίησε τους πολίτες του να εγκαταλείψουν το Σινά «χωρίς αργοπορία».
Οι επόπτες συνόρων της ΕΕ δήλωσαν ότι ήταν έτοιμοι να γυρίσουν για να εποπτεύσουν στη μεθόριο, αν η Χαμάς θα εγγυόταν την ασφάλειά τους, ενώ η Παλαιστινιακή Αρχή απαίτησε η Αίγυπτος να διαπραγματεύεται μόνο με την Παλαιστινιακή Αρχή στις διαπραγματεύσεις τις σχετικές με τη μεθόριο. Το Ισραήλ επέτρεψε κάποια εισροή εμπορευμάτων και ιατρικών προμηθειών προς τη Λωρίδα, αλλά περιέκοψε την ηλεκτρική ενέργεια κατά 5% σε μια από τις 10 γραμμές της, ενώ η Χαμάς και η Αίγυπτος υποστήλωσαν μερικά ανοίγματα του τείχους μεταξύ των δύο περιοχών. Στις πρώτες απόπειρες της Αιγύπτου να ξανακλείσει τη μεθόριο δόθηκε απάντηση με βίαιες συγκρούσεις από τη μεριά ένοπλων από τη Γάζα, αλλά μετά από 12 ημέρες τα σύνορα ήταν και πάλι σφραγισμένα.
Μέχρι τα μέσα του Φλεβάρη, η διάβαση της Ράφα έμεινε κλειστή. Το Φλεβάρη του 2008, μια δημοσκόπηση της Χααρέτζ έδειξε ότι το 64% των Ισραηλινών επιδοκίμαζε την απευθείας διενέργεια συνομιλιών με τη Χαμάς στη Γάζα για κατάπαυση του πυρός και για την εξασφάλιση της απελευθέρωσης του Τζιλάντ Σαλίτ, του Ισραηλινού στρατιώτη που είχε αιχμαλωτιστεί σε μια συνοριακή επιδρομή μαχητών της Χαμάς, στις 25 Ιουνίου του 2006 και από τότε κρατιόταν σε ομηρία.
Το Φλεβάρη του 2008, η μάχη Ισραηλινών-Παλαιστίνιων εντάθηκε, με ρουκέτες που εκτοξεύονταν ενάντια σε ισραηλινές πόλεις και επιθέσεις του Ισραήλ ενάντια σε ένοπλους Παλαιστίνιους. Οι στρατιωτικές επιθέσεις της Χαμάς οδήγησαν σε μια σφοδρή στρατιωτική ενέργεια του Ισραήλ την 1η Μάρτη του 2008, όπου σκοτώθηκαν, σύμφωνα με το Μπι Μπι Σι, πάνω από 110 Παλαιστίνιοι, καθώς και 2 Ισραηλινοί στρατιώτες. Η ισραηλινή Οργάνωση για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα «Μπι Τσελέμ» («Κατ΄εικόνα») εκτίμησε ότι 45 από τους νεκρούς δεν είχαν εμπλακεί στις εχθροπραξίες και ότι 15 από αυτούς ήταν ανήλικοι.
Τον Ιούνιο του 2008 και συγκεκριμένα στις 19 Ιουνίου, τέθηκε σε ισχύ η συμφωνία για εκεχειρία ανάμεσα στο Ισραήλ και στη Χαμάς, η οποία θα έληγε στις 19 Δεκεμβρίου του 2008. Η συμφωνία μεταξύ άλλων προέβλεπε και τον τερματισμό του 18άμηνου αποκλεισμού της Λωρίδας της Γάζας από το Ισραήλ.
Μικρές παραβιάσεις της εκεχειρίας συνέβαιναν κατά καιρούς και από τις δύο πλευρές. Η πρώτη από αυτές σημειώθηκε μόλις λίγες ώρες πριν την έναρξη της εκεχειρίας όταν πλοία του ισραηλινού νατικού άνοιξαν πυρ εναντίον παλαιστίνιων ψαράδων, ενώ λίγο μετά περιστατικά πυροβολισμών καταγράφηκαν εναντίον παλαιστινίων αγροτών στις περιοχές Χουζάα του Χαν Γιούνις και Καράρα, χωρίς πάντως τραυματίες.
Η Χαμάς κατάφερε να περιορίσει σε μεγάλο βαθμό την εκτόξευση αυτοσχέδιων ρουκετών και όλμων προς το Ισραήλ, από διάφορες παλαιστινιακές ένοπλες ομάδες, παρόλα αυτά δεν κατάφερε να τις ελέγξει πλήρως.
Μετά από ένα γύρο συλλήψεων «μία σου και μία μου» μεταξύ Φατάχ και Χαμάς στη Λωρίδα της Γάζας και τη Δυτική Όχθη, το Σόι Χίλες* από τη Γάζα μετεγκαταστάθηκε στην Ιεριχώ, στις 4 Αυγούστου του 2008.
Στις 4 Νοεμβρίου 2008 οι ισραηλινές δυνάμεις πραγματοποίησαν περιορισμένης κλίμακας εισβολή στη Λωρίδα της Γάζας σε μια επιχείρηση που, σύμφωνα με τις ανακοινώσεις τους, ήταν εναντίον μιας σήραγγας που έσκαβε η Χαμάς για να μπορέσει να αιχμαλωτίσει και άλλον ισραηλινό στρατιώτη. Έξι μαχητές της Χαμάς σκοτώθηκαν και 4 Ισραηλινοί στρατιώτες τραυματίστηκαν. Στην ουσία η εκεχειρία είχε καταρρεύσει.
Ο απερχόμενος πρόεδρος του Ισραήλ, Εχούντ Ολμέρτ είπε στις 11 Νοέμβρη του 2008 : «Το ζήτημα δεν είναι αν θα υπάρξει μια αντιπαράθεση, αλλά το πότε θα γίνει, κάτω από ποιες συνθήκες και ποιος θα ελέγχει αυτές τις συνθήκες, ποιος θα τις υπαγορεύει και ποιος θα ξέρει να εκμεταλλευτεί το χρόνο, από την αρχή της παύσης του πυρός μέχρι τη στιγμή της αντιπαράθεσης, κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο». Στις 14 Νοέμβρη του 2008, η Γάζα αποκλείστηκε από το Ισραήλ, σε απάντηση των επιθέσεων με ρουκέτες και όλμους από τη Χαμάς και άλλες ένοπλες ομάδες, που δρούσαν μέσα στη Γάζα, αν και τρόφιμα, ενέργεια και νερό μπορούν να μπαίνουν ακόμα από την Αίγυπτο, αν το επιτρέπουν οι αιγυπτιακές αρχές.
Στις 28 Νοέμβρη του 2008, μετά από μια περίοδο 24 ωρών, κατά την οποία καμιά ρουκέτα Κασάμ δεν εκτοξεύτηκε κατά του Ισραήλ, οι Ισραηλινές Αμυντικές Δυνάμεις (IDF) διευκόλυναν τη μεταφορά πάνω από 30 φορτίων φορτηγών με τρόφιμα, είδη πρώτης ανάγκης και φάρμακα στη Λωρίδα της Γάζας και μετέφεραν επίσης καύσιμα στο κύριο εργοστάσιο παραγωγής ενέργειας της περιοχής.Στις 25 Νοέμβρη του 2008, το Ισραήλ είχε κλείσει τη διάβαση φορτηγών προς τη Γάζα, λόγω της εκτόξευσης δύο ρουκετών κατά του Ισραήλ.
Στις 19 Δεκεμβρίου η εκεχειρία έληξε και επισήμως χωρίς να ανανεωθεί. Λίγες μέρες μετά θα ξεκινούσε η επιχείρηση Χυτός Μόλυβδος.
Σύμφωνα με την ισραηλινή οργάνωση ανθρωπίνων δικαιωμάτων B'Tselem, κατά την περίοδο της εκεχειρίας σκοτώθηκαν συνολικά, από τις ισραηλινές δυνάμεις, 19 Παλαιστίνιοι (16 μαχητές και 3 άμαχοι, εκ των οποίων ο ένας ανήλικος). Ο πρώτος νεκρός ήταν άοπλος και σκοτώθηκε στις 10 Ιουλίου 2008, κοντά στο συνοριακό πέρασμα Κισουφίμ, καθώς προσπαθούσε να εισέλθει παράνομα στο Ισραήλ. Οι υπόλοιποι θάνατοι σημειώθηκαν μετά τις 4 Νοεμβρίου. Σχεδόν όλοι αφορούσαν παλαιστίνιους μαχητές, εκτός από έναν ανήλικο 15χρονο και έναν 19χρονο που σκοτώθηκαν από πύραυλο που εκτοξεύθηκε από ισραηλινό ελικόπτερο εναντίον αμάχων, στις 2 Δεκεμβρίου. Κανείς Ισραηλινός μέλος των δυνάμεων ασφαλείας ή άμαχος δεν σκοτώθηκε από πυρά από τη Λωρίδα της Γάζας, κατά τη διάρκεια της εξάμηνης εκεχειρίας.
Στις 27 Δεκεμβρίου 2008 το Ισραήλ εξαπέλυσε την επιχείρηση "Χυτός Μόλυβδος" εναντίον της Λωρίδας της Γάζας. Η επιχείρηση διήρκεσε μέχρι τις 18 Ιανουαρίου. Το Ισραήλ ξεκίνησε την επιχείρηση βομβαρδίζοντας αστυνομικά τμήματα της παλαιστινιακής αρχής της Χαμάς. Οι ισραηλινές επιθέσεις διεξήχθησαν από ξηρά, θάλασσα και αέρα. Το Ισραήλ έκανε εκτεταμένη χρήση λευκού φωσφόρου. Οι παλαιστινιακές ένοπλες ομάδες απάντησαν με εκτοξεύσεις αυτοσχέδιων ρουκετών. Στις 3 Ιανουαρίου ξεκίνησε η χερσαία εισβολή των ισραηλινών δυνάμεων.
Σύμφωνα με την ισραηλινή οργάνωση ανθρωπίνων δικαιωμάτων B'Tselem, 1390 Παλαιστίνιοι σκοτώθηκαν από ισραηλινά πυρά. Από αυτούς οι 759 δεν έπαιρναν μέρος στις εχθροπραξίες, οι 248 ήταν αστυνομικοί, οι 32 δεν είναι ξεκάθαρο αν έπαιρναν ή όχι μέρος στις εχθροπραξίες, οι 2 ήταν αποτέλεσμα στοχευμένης δολοφονίας (εξωδικαστική εκτέλεση) και οι 349 έπαιρναν μέρος στις εχθροπραξίες. Οι Ισραηλινοί είχαν 9 νεκρούς από παλαιστινιακά πυρά (6 στρατιώτες, 3 αμάχους) και άλλους 4 νεκρούς από φίλια (ισραηλινά) πυρά.

Tags: